Τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στις 10 Ιούλη, με την εισβολή της Αντιτρομοκρατικής στα γραφεία της Ταξικής Αντεπίθεσης και σε σπίτια συντρόφων, με την δικαιολογία μιας αφηρημένης “έρευνας για τρομοκρατία”, δεν αποτελούν ούτε τυχαίο, ούτε μεμονωμένο περιστατικό. Αντίθετα, συνιστούν συνέχεια όχι μόνο της διαρκούς στοχοποίησης της αγωνιζόμενης κοινωνίας και των οργανωμένων εκφάνσεών της, αλλά πιο συγκεκριμένα και της ίδιας της Ταξικής Αντεπίθεσης.
Εδώ και χρόνια, και ειδικά την τριετία 2019-21 η συγκεκριμένη πολιτική ομάδα δέχεται την ασφυκτική πίεση των κατασταλτικών μηχανισμών (“συστηματικές παρακολουθήσεις μελών της ομάδας μας, επαναλαμβανόμενες τοποθετήσεις κοριών σε οχήματά μας, αστυνομική παρακολούθηση του τότε πολιτικού μας χώρου στην οδό Αραχώβης με κάμερα τοποθετημένη σε όχημα της αντιτρομοκρατικής”), για την συνεπή και διαρκή παρουσία της στα πλαίσια των κοινωνικών, ταξικών και πολιτικών αγώνων, από μια ριζοσπαστική και μαχητική θέση.
Ως μια συλλογικότητα με σταθερή παρουσία στα κινήματα και τους αγώνες, έχει διαδραματίσει αρκετές φορές κομβικό ρόλο στο άνοιγμα και την κλιμάκωση αυτών. Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος στις αντιστάσεις που εκδηλώθηκαν μετά το κρατικό-καπιταλιστικό έγκλημα στα Τέμπη, η δουλειά βάσης στη γειτονιά των Εξαρχείων και τα ταξικά σωματεία, η συστράτευσή της στον αντιφασιστικό αγώνα και ο αντιιμπεριαλιστικός και αντι-ΝΑΤΟϊκός της προσανατολισμός την καθιστούν στόχο για τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και κίνδυνο για τους σχεδιασμούς κοινωνικής και αγωνιστικής απονέκρωσης στον ελλαδικό χώρο. Σε αυτούς και άλλους παρόμοιους αγώνες έχουμε βρεθεί πλάι πλάι με τους συντρόφους και τις συντρόφισσες της Ταξικής Αντεπίθεσης, εδαφικοποιώντας τις αντιστάσεις και χτίζοντας αργά αλλά σταθερά δεσμούς κατανόησης, σύμπραξης και κοινής εμπειρίας πάλης απέναντι στους μισθοφόρους των κατασταλτικών μηχανισμών και των φασιστικών συμμοριών τους.